Студенческий практикум. Проза (Афины. Университет. Кафедра славистики. Переводы)





автор: Лапина-Балк Елена
Из книги "Тропы судьбы" - "Следы", "Уля"


Переводы студентов Афинского университета отделения славистики


Мария Калапотараку







μετάφραση Μαρία Καλαποθαράκου
перевод Мария Калапотараку

Πρώτα ίχνη / Следы первые

Αναμφίβολα ήταν βήματα παιδιού ,μικρή πατούσα , όλα τα δάχτυλα μικρά σαν μπιζέλια , η φτέρνα μόλις που ειχε αποτυπωθεί κ είχε μέγεθος ενός βερίκοκου . Πράγματι , τα παιδιά συχνά τρέχουν στις μύτες των ποδιών , σαν να χοροπηδάνε . Και απ ‘ αυτό φαινεται ηταν πολύ χαρούμενο. Τα χαρούμενα βηματάκια που και που διακόπτονταν .Και .. να ήδη στην άμμο φαίνονται δύο μικρές παλάμες . Αχ , Θεε μου, πάλι έπεσες ! Αστείες παιδικές ζωγραφιές . Και ,φυσικά , η μαμά , ο μπαμπάς ,και αυτό , το μωρακι. Η μαμά ψηλή ,όμορφη ,χτενισμένη. Ο μπαμπάς πιο κοντός απ ‘τη μαμά , με γυαλιά και μια μικρή βαλίτσα. Μάλλον είναι τραπεζίτης. Το μωράκι ζωγράφισε τον εαυτό του να χαμογελάει , και να κρατάει λουλούδια..Δεν υπάρχει αμφιβολία , μια ευτυχισμένη οικογένεια.


Мария Караманоглу





μετάφραση Μαρία Καραμάνογλου
перевод Мария Караманоглу

ΒΗΜΑΤΑ 1 / Следы первые

Ήταν αναμφίβολα βήματα παιδιού: μικρά ποδαράκια, τα δαχτυλάκια του αποτυπωμένα σαν μπιζέλια, μια μικρή φτέρνα που μόλις διαγραφόταν, στο μέγεθος βερίκοκου. Τα παιδιά τόσο συχνά τρέχουν στις μύτες των ποδιών, σαν να χοροπηδούν. Κι αυτό εδώ φαίνεται να ήταν πολύ χαρούμενο. Γελαστά βηματάκια που καμιά φορά σταματούσαν. Και να που πάνω στην άμμο αποτυπώνονται δυο μικρές παλάμες. Αχ Θεέ μου, έπεσε! Αστείες παιδικές ζωγραφιές. Μα βέβαια, η μαμά, ο μπαμπάς, κι αυτός, το αγοράκι. Η μαμά είναι ψηλή, όμορφη, καλοχτενισμένη. Στα χέρια, σαν να κρατάει ένα βιολί. Ο μπαμπάς είναι πιο κοντός από τη μαμά, με γυαλιά, κρατάει χαρτοφύλακα. Τραπεζικός; Το αγοράκι ζωγράφισε τον εαυτό του χαμογελαστό, με λουλουδάκια. Δεν υπάρχει αμφιβολία, είναι μια ευτυχισμένη οικογένεια.

ΒΗΜΑΤΑ 2 / Следы вторые

Να τα βήματα ενός νεαρού που πέρασε τρέχοντας από δω πριν λίγο. Όχι, δεν είναι αθλητής (τα παπούτσια δεν είναι επαγγελματικά), αλλά τρέχει με άνεση: τα ίχνη διαγράφονται ολόκληρα, ελαφριά. Θα είναι ψηλός, λεπτός: το βήμα του είναι μακρύ, φαίνεται να στηρίζει τη ράχη, για αυτό η φτέρνα μόλις πατάει. Τρέχει όμορφα. Πρέπει να ναι μόνος του. Ναι, όντως, δεν είναι αθλητής, κάπνιζε ενώ έτρεχε. Ίσως είναι εκνευρισμένος…
Ναι, φαίνεται εκνευρισμένος, τρέχει κάπως ακανόνιστα…
Να και η λύση του αινίγματος: από τη μεριά της προκυμαίας έτρεξε προς το μέρος του μια κοπέλα – παπούτσια με τακούνι. Και βέβαια κοπέλα. Ποιος άλλος διακινδυνεύει να τρέξει έτσι στην άμμο με τακούνια; Στάθηκαν. Στάθηκαν κοντά. Αγκαλιάστηκαν…
Παράξενο, τα τακουνάκια εξαφανίστηκαν… μάλλον έφυγε ξυπόλητη. Μόνο που έφυγε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Κλαίγοντας ίσως…


 

Ούλια - УЛЯ


Στην πραγματικότητα όλοι τη φώναζαν Σούρα, Σούροτσκα. Αλλά εγώ, όπως έλεγε η μαμά, τότε δεν μπορούσα ακόμα να προφέρω δύσκολα γράμματα, όπως το «σ» και το «ρ» και φώναζα τη θεία απλά Ούλια. Κι ύστερα όμως, που μπορούσα πια να τα προφέρω, συνέχιζα έτσι κι αλλιώς να τη φωνάζω Ούλια.
Η Ούλια ήταν πάντα η όμορφη της οικογένειας: και τότε, πριν τον πόλεμο, όπως θυμόταν την αδερφή της η μαμά, και όλον τον καιρό που τη θυμάμαι εγώ. Έτσι, γαλανομάτα, με ένα πυκνό στεφάνι χρυσών μαλλιών, χωρίς την παραμικρή ρυτίδα, με γλυκιά φωνή, και τόσο νέα! Ήταν επίσης θαυμάσια αφηγήτρια.

Εγώ τότε ζούσα ήδη στη Φιλανδία. Όποτε όμως βρισκόμουν στην Πετρούπολη, τηλεφωνούσα οπωσδήποτε στην Ούλια. Εκείνη με ρωτούσε για κάθε λεπτομέρεια της ζωής στη Φιλανδία, κι ύστερα άρχιζε ξαφνικά να θυμάται… Έτσι βρισκόμουν να παρακολουθώ παραστάσεις από το τηλέφωνο: η Ούλια άρχιζε να διηγείται κάποια ιστορία από τη ζωή της. Οι ιστορίες που μου έλεγε δεν ήταν πάντα σε χρονολογική σειρά, ή ήταν μακριά από την πραγματικότητα, αλλά έτσι τις θυμόταν η Ούλια.


Κάθησα και έγραψα αυτές τις ιστορίες, και έτσι προέκυψε ένα μικρό ημερολόγιο των συναντήσεών μου με τις αναμνήσεις της Ούλια.
ΠΑΙΔΙΚΟΣ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ - Μάρτιος 1991
ΠΙΚΡΗ ΕΥΤΥΧΙΑ - Σεπτέμβριος 1994
ΟΝΕΙΡΟ ΓΙΑ ΔΥΟ - Καλοκαίρι 1996
ΘΕΛΟΥΜΕ ΝΑ ΠΑΜΕ ΣΤΗΝ ΚΟΛΥΜΑ-Δεκέμβριος 1997
ΜΑΚΡΥΣ ΔΡΟΜΟΣ - Φεβρουάριος 1998
ΒΡΕΘΗΚΕ ΛΙΜΑΝΙ - Φεβρουαρίου 1998, το ίδιο βράδυ ...
ΠΑΘΟΣ ΣΤΑ ΙΑΠΩΝΙΚΑ - Μάιος 2000.
ΦΤΩΧΟΙ ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ - Ιανουάριος 2001
8η ΜΑΡΤΙΟΥ ΣΤΟ ΣΕΪΜΤΣΑΝ - Μαρτίου 2002.
ΙΜΠΡΑΗΜ, Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ - Νοέμβριος 2002
Ο ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ ΜΟΥ - ΠΙΛΟΤΟΣ - 31, Δεκ. 2004


ΕΠΙΛΟΓΟΣ – 2005


Μάρτιος του 1991
Από τηλεφωνική συνομιλία

...Λες ότι ακόμα κάνει κρύο εκεί σε σας, στη Φιλανδία… αλλά αληθινό κρύο…

ΠΑΙΔΙΚΟΣ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

... στις αρχές Μαΐου του 1942, το Λένινγκραντ ήταν ολόκληρο παγωμένο, νεκρό. Από την οικογένεια είχαμε μείνει ζωντανές μόνο εγώ με τη μαμά σου. Η Ζήνα τότε ήταν ακόμα πολύ μικρή, ήταν εφτά χρονών, κι εγώ, με το δικαίωμα της μεγάλης αδερφής, έπρεπε να αποφασίζω και για τις δυο μας. Εξαντλημένοι από την πείνα, το κρύο, και τον πόνο της απογοήτευσης, πέθαναν ο αδερφός μας ο Τόλια, η γιαγιά, η μαμά μας. Δεν είχαμε επίσης κανένα νέο από τον πατέρα, που πριν ακόμα από τον πόλεμο είχε πάει στο Μαγκαντάν να επιβλέψει την κατασκευή ενός εργοστασίου…
Χωρίς να το πολυσκεφτώ αποφάσισα: θα πάμε μέσω της παγωμένης λίμνης Λαντόγκα στην ηπειρωτική χώρα, μαζί με αυτούς που εκκενώνουν το παιδαγωγικό ινστιτούτο, στο οποίο σπούδασα στο τρίτο έτος.
Μας έδωσαν τρεις μέρες για να ετοιμαστούμε. Σε μια μεγάλη βαλίτσα βάλαμε όλα τα ζεστά ρούχα. Στην εσωτερική τσέπη του παλτού μου έκρυψα όλα τα έγγραφα και τα κοσμήματα της μαμάς. Τη βαλίτσα δεν μπορούσαμε ούτε να τη σηκώσουμε, πόσο μάλλον να τη πάμε μέχρι το σταθμό. Με τη βοήθεια των γειτόνων που έμειναν στο σπίτι, τη φορτώσαμε στο έλκηθρο και ξεκινήσαμε με τα πόδια για το σταθμό της Φιλανδίας. Εγώ σέρνω το έλκηθρο με τη βαλίτσα ενώ η Ζήνα από πίσω περπατά με το ζόρι, σκοντάφτοντας σε ένα ζευγάρι τσόχινες μπότες που της είναι μεγάλες, και με τα παιδικά γάντια τρίβει συνέχεια τα μάτια της – κλαίει. Θυμάμαι ότι η γιαγιά τής έπλεξε αυτά τα γάντια για τα γενέθλιά της, κόκκινα και μεγάλα, για να της κάνουν και τα επόμενα χρόνια. Προχωρούσαμε αργά, για αυτό και κάναμε πολύ να φτάσουμε. Από τους δρόμους του Ρίνσκι-Κορσακόφ μέχρι το σταθμό της Φιλανδίας είναι μακρύς ο δρόμος. Για άλλη μια φορά γύρισα να κοιτάξω αλλά δεν είδα τη Ζήνα. Μόνο σωροί από χιόνι, γκρι και μαύροι…
Ψάχνω με το βλέμμα, και σε έναν σωρό από χιόνι βλέπω δυο κόκκινες κηλίδες. Τρέχω μέχρι εκεί, κοιτάω, και βλέπω τη Ζήνα να κάθεται ανακούρκουδα, σκυφτή.
Εγώ καταπίνω τα δάκρυά μου και της λέω,
• Ζηνάκι μου, τι είναι αυτά, θα αργήσουμε, - και το Ζηνάκι - τα πόδια μου δεν θέλουν να περπατήσουν, εγώ θέλω, αλήθεια, αλλά αυτά καθόλου…
• Ναι, αλλά ποια εδώ θέλει να γίνει ηθοποιός; Οι ηθοποιοί πρέπει να αντέχουν, να κάνουν υπομονή… Πάμε, Ζηνάκι.. Σηκώθηκε και ξανάρχισε να περπατάει, αργά, αλλά περπατούσε.

Φτάσαμε στο σταθμό. Ενώ έτρεχα γύρω γύρω προσπαθώντας να καταλάβω σε ποιο βαγόνι πρέπει να πάμε, κάποιος μας έκλεψε τη βαλίτσα…
Ναι εγώ φταίω, την άφησα σε ένα παιδί εξαντλημένο…
Κι έτσι μείναμε χωρίς τίποτα.

Φτάσαμε στο σταθμό «Λαντόγκα». Κρύο και σκοτεινιά…
Μας έβαλαν να καθίσουμε σε ανοιχτά φορτηγά. Οι στρατιώτες βοηθούσαν, τα παιδιά, τυλιγμένα σε ρούχα ενηλίκων, ήταν τόσο εξαντλημένα που δεν έδιναν σημασία σε τίποτα …
Μας ενημέρωσαν ότι αν ΚΑΤΙ γίνει (και το «κάτι», να έχουμε υπόψιν, μπορεί να είναι βομβαρδισμός ή να μην αντέξει ο πάγος και ξαφνικά να σπάσει) … πρέπει να πηδήξουμε από το φορτηγό, για αυτό και το φορτηγό είναι ανοιχτό, για να είναι πιο εύκολο να σωθούμε.


…προχωρούσαμε αργά…

Μέσα σ’ αυτό το κρύο η Ζήνα κοιμόταν όλη την ώρα, έπρεπε να την ξυπνήσω. Και τότε ακούγονται κραυγές μέσα από όλο αυτό το σκοτάδι και τη σιωπή που μας έπνιγε!
Τα αυτοκίνητα άναψαν τους προβολείς, και το δικό μας ανέπτυξε ταχύτητα. Όλοι σκύψαμε και κοιτάζαμε έξω από την καρότσα…
Κι εκεί…
Στη δεξιά πλευρά… μια τεράστια μαύρη τρύπα ανοίγεται, παιδικές φωνές να φωνάζουν… κι εμείς συνεχίζουμε, γιατί αν σταματήσουμε, θα βρεθούμε κάτω από τον πάγο…
Κοιτάζω, κι εκεί, στην τρύπα… μέχρι σήμερα, όταν το θυμάμαι – το μυαλό μου θολώνει… σ’ αυτό το μαύρο στόμα –
Ένα κόκκινο παιδικό γάντι…
Σφίγγω έντρομη τη Ζήνα πάνω μου και ουρλιάζω – δε θυμάμαι τί φώναξα…
Αν έδωσε τη ζεστασιά της, τον παιδικό της αποχαιρετισμό ή αν έγινε κάτι άλλο, δεν ξέρω… αλλά στη Ζήνα έμεινε μόνο ένα γάντι.
Μετά από πολλά χρόνια, είδα ένα τρομακτικό όνειρο: ένα μαύρο στόμα κατάπινε ένα κόκκινο γάντι που ούρλιαζε…


Σεπτέμβριος 1994
Από τηλεφωνική συνομιλία

Ναι ... κάνουν σαν να μη συμβαίνει τίποτα, αλλά τα φάρμακα ακρίβυναν στα φαρμακεία. Έτσι, λένε, θα πρέπει να τρώτε σκόρδα και κρεμμύδια, αλλά εγώ κρεμμύδια δεν μπορώ να φάω, παρόλο που αυτά τα κρεμμύδια μας ξανάφεραν στη ζωή… αλήθεια, δε στο χω διηγηθεί;

ΠΙΚΡΗ ΕΥΤΥΧΙΑ

Σου έχω διηγηθεί για το «Δρόμο της Ζωής» μέσα από τη λίμνη Λαντόγκα;
Φτάσαμε στην ηπειρωτική χώρα!
Έδωσαν αμέσως σε όλους μας ένα είδος παπάρας και από μια γωνία ψωμί, που τότε μας φαινόταν τεράστια. Και μετά να δούμε ποιος θα πάει που. Μας έστειλαν να μείνουμε με συγγενείς, στην περιοχή του Καλίνιν.
Με πολλές δυσκολίες φτάσαμε στο χωριό Γκοντσάρκα, έτσι το έλεγαν τότε.
Μόλις μας κοίταξε η θεία Μάνια, που με το ζόρι στεκόμασταν στα πόδια μας, πεινασμένες, και χωρίς να μοιάζουμε καθόλου με κορίτσια του χωριού, μας διέταξε να πάμε αμέσως στο μπάνιο. Κι ύστερα, προς μεγάλη μας έκπληξη, μας έκλεισε σε έναν άδειο αχυρώνα.
Μετά από μισή ώρα μάς έφερε λίγο ζεστό χυλό και μας κλείδωσε πάλι.

Φάγαμε το χυλό μονορούφι και θέλαμε να φάμε κι άλλο! Αρχίσαμε να ψάχνουμε στις γωνιές του αχυρώνα – τίποτα!
Και ξαφνικά, να σου ένα σακί κρεμμύδια!
Το φαντάζεσαι;
Τα ξεφλουδίζαμε και τα τρώγαμε σαν μήλα!!!
Κλαίγαμε και γελούσαμε από τη χαρά που ήμασταν ζωντανές.
Λέω τότε στη Ζήνα: «Ξέρεις, εμείς οι δυο είμαστε ευτυχισμένες, και τώρα όλα θα πάνε καλά!»
Και η Ζήνα συνοφρυώνεται, αναστενάζει και ψιθυρίζει: «Πικρή ευτυχία…»


Καλοκαίρι του 1996


Από τηλεφωνική συνομιλία


Σας ευχαριστώ ... ευχαριστώ, αισθάνομαι ... καλά, πώς μπορεί να αισθάνεται ένας ηλικιωμένος;
Ξέρεις κάνω ανήσυχο ύπνο, όλο όνειρα, όνειρα… αλλά πιστεύω στα όνειρα ...

ΟΝΕΙΡΟ ΓΙΑ ΔΥΟ

Ήταν, θυμάμαι, καλοκαίρι του ’42…

Είχαμε αρχίσει να ριζώνουμε στη Γκοντσάρκα, να βρίσκουμε τον εαυτό μας.
Η θεία Μάνια είχε πέντε παιδιά, το ψωμί δεν έφτανε για όλα, και τότε, για καλή μας τύχη, μέσω του συμβουλίου του χωριού διορίστηκα στο διπλανό χωριό δασκάλα στο δημοτικό σχολείο, ενώ τη Ζήνα την πήρε στο σπίτι της η Νάστια, μια νέα γυναίκα, χήρα, που είχε χάσει τον άντρα της στην αρχή ακόμα του πολέμου. Είχε ένα τρίχρονο κοριτσάκι. Έτσι, η εφτάχρονη Ζήνα έγινε νταντά για τη μικρή Βέρα, και βοηθός της Νάστιας στο σπίτι. Έτσι ζούσε η Ζήνα.

το Λ’μποβο ήταν οκτώ χιλιόμετρα από τη Γκοντσάρκα – δεν γινόταν να πηγαίνω κάθε μέρα. Έτσι έμενα εκεί, σε μια γυναίκα που ζούσε μόνη της. Τη Ζήνα την έβλεπα μόνο τα Σαββατοκύριακα. Πότε ερχόμουν εγώ να τη δω από το Λ’μπόβο, πότε ερχόταν αυτή από τη Γκοντσάρκα. Πηγαίναμε μέσα από το δάσος, ήταν πιο γρήγορα έτσι. Μας είχαν προειδοποιήσει ότι στο δάσος γυρνούσαν λιποτάκτες, αλλά εμείς εξακολουθούσαμε να πηγαίνουμε από κεί… Έλειπε τρομερά η μία στην άλλη!

Το σχολείο έκλεισε για διακοπές, και αποφασίσαμε να έρθει η Ζήνα σε μένα και να μείνει μια εβδομάδα.
Ήταν αστείο παιδί - όλο χόρευε και τραγουδούσε με διαφορετικές φωνές, ήταν μια μικρή αρτίστα.
Άρχισα σιγά σιγά να την προετοιμάζω και για το σχολείο.
Δεν είχε προλάβει να περάσει η βδομάδα, και η Ζήνα αρρώστησε. Έπεσε στο κρεβάτι με διφθερίτιδα, ανέβασε 40 πυρετό, αγωνιζόταν να αναπνεύσει…
Το νοσοκομείο ήταν στη Ποπόφκα, στο γειτονικό χωριό, εφτά χιλιόμετρα απόσταση. Η Ζήνα παραμιλούσε από τον πυρετό, έπρεπε να την πάω με το κάρο. Έτρεξα σε μερικά σπίτια, αλλά κανέναν δε βρήκα να μας πάει… μου λένε, "Πήγαινε μόνη σου Σούρα, θα σε βοηθήσουμε να βάλεις τη Ζήνα στο κάρο και θα ζέψουμε το άλογο."
Εγώ όμως, κορίτσι της πόλης, δεν μπορώ να χειριστώ το άλογο. Αυτό μου πέρασε για μια στιγμή απ’ το μυαλό, αλλά βλέποντας τη Ζήνα να καίγεται από τον πυρετό και χωρίς μνήμη, άρπαξα την ίδια στιγμή στα χέρια τα ηνία.
Πάμε ...
Μου είπαν, ότι ο δρόμος θα με έβγαζε κατευθείαν στην Ποπόφκα. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει όταν το άλογο σταμάτη



© 2010«pod-nebom-edinym».
Все авторские права на произведения принадлежат авторам и охраняются законом. Перепечатка произведений возможна только с согласия его автора, к которому вы можете обратиться на его авторской странице, а так же непременно ссылаясь на источник pod-nebom-edinym.ru